«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» έρχεται σύντομα στη μεγάλη οθόνη και η διευθύντρια των Εκδόσεων Καζαντζάκη και βαφτιστήρα της Ελένης Καζαντζάκη, κ. Νίκη Π. Σταύρου, σε μια συνέντευξη για τον άνθρωπο, για τον κλασικό και πιο πολυμεταφρασμένο Έλληνα συγγραφέα σε όλον τον κόσμο. Για τον Νίκο Καζαντζάκη.
Από τη Μαρίνα Τζόκα
«[....] Είχαμε αρχίσει στο πλούσιο το χωριό μας να βαραίνουμε, να πολυτρώμε και να παραφορτώνουμε την ψυχή μας με κρέατα. Ειρήνη, ασφάλεια, καλοπέραση, η σάρκα είχε θεριέψει κι είχε καταπλακώσει την ψυχή. Λέγαμε: όλα πάνε καλά, δικαιοσύνη βασιλεύει στον κόσμο, κανένας δεν πεινάει, κανένας δεν κρυώνει, κόσμος καλύτερος δεν υπάρχει. Κι ο Θεός μάς λυπήθηκε –μας έστειλε τον Τούρκο που μας ξεπάτωσε, μας πέταξε στους πέντε δρόμους, αδικηθήκαμε κι είδαμε πως ο κόσμος είναι γεμάτος αδικίες· πεινάσαμε και κρυώσαμε, κι είδαμε πως υπάρχει πείνα και κρύο· και δίπλα από τους ανθρώπους που κρυώνουν και πεινούν –το ’δαμε κι αυτό!- άλλοι που τρων τον αβλέμονα, κι είναι πάντα αναμμένα τα τζάκια τους, και βλέπουν τους γυμνούς και πεινασμένους και γελούν. Μας άνοιξε η συφορά τα μάτια μας, είδαμε· μας άνοιξε η πείνα τα φτερά μας, ξεφύγαμε από το δίχτυ της αδικίας και της καλοπέρασης· είμαστε λεύτεροι! Μπορούμε τώρα ν’ αρχίσουμε μιαν καινούρια, πιο τίμια ζωή, δόξα σοι ο Θεός!» (Νίκος Καζαντζάκης, Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, Εκδόσεις Ελένης Ν. Καζαντζάκη, 1981:166).
Στις παραπάνω γραμμές στέκομαι «καθηλωμένη» για περίπου δυο ημέρες στα δεκαεφτά μου χρόνια, όταν δηλαδή έρχομαι για πρώτη φορά σε επαφή με την πένα του Νίκου Καζαντζάκη. Άγουρη ούσα, από τη μια πλευρά, ώστε να μπορέσω να κατανοήσω την ψυχική περιπλάνηση του Νίκου Καζαντζάκη στον κόσμο των ιδεών και της φιλοσοφίας του, την οποία εκείνος «ξετυλίγει» αριστοτεχνικά στο εν λόγω μυθιστόρημά του. Κι από την άλλη πλευρά, τότε ζούσα κι εγώ σε αυτό το «πλούσιο χωριό» που ονομαζόταν Ελλάδα.

